Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στην καλύτερη ευθυγράμμιση των φορολογητέων αξιών των ακινήτων με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, αντιμετωπίζοντας τις μακροχρόνιες αποκλίσεις μεταξύ των επίσημων εκτιμήσεων και των πραγματικών τιμών πώλησης.
Η αντικειμενική αξία ενός ακινήτου είναι η επίσημη εκτίμηση που ορίζει η κυβέρνηση και χρησιμοποιείται ως πρότυπο για τον υπολογισμό των φόρων που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένου του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, των φόρων κληρονομιάς και δωρεάς, καθώς και του ετήσιου φόρου ακίνητης περιουσίας (ENFIA). Καθώς αυτές οι αξίες συχνά διέφεραν από τις πραγματικές τιμές της αγοράς, το νέο σύστημα στοχεύει να γεφυρώσει αυτό το χάσμα ευθυγραμμίζοντας τις αντικειμενικές αξίες πιο στενά με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, εξασφαλίζοντας ένα πιο δίκαιο, διαφανές και αξιόπιστο πλαίσιο τόσο για τους ιδιοκτήτες ακινήτων όσο και για τις φορολογικές αρχές.
Γεφύρωση του χάσματος μεταξύ αγοραίων και φορολογικών αξιών
Επί του παρόντος, οι αντικειμενικές αξίες στην Ελλάδα υστερούν σημαντικά σε σχέση με τις πραγματικές τιμές της αγοράς. Σε πολλές περιοχές, οι πραγματικές τιμές πώλησης ακινήτων εκτιμάται ότι είναι περίπου 50% υψηλότερες από τις επίσημες αξίες που χρησιμοποιούνται για τη φορολογία. Όπως αναφέρει ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου: «Οι επίσημες τιμές απέχουν πολύ από τις πραγματικές τιμές της αγοράς», κάτι που έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις στην αγορά ακινήτων και ασυνέπειες στον τρόπο εκτίμησης της περιουσίας από ακίνητα.
Η προγραμματισμένη μεταρρύθμιση αποσκοπεί στην εξάλειψη αυτής της αναντιστοιχίας. Στο πλαίσιο του νέου συστήματος, οι αντικειμενικές αξίες θα προσαρμόζονται αυτόματα με βάση τις τάσεις της αγοράς. Εάν οι τιμές των ακινήτων αυξηθούν, οι αξίες θα αυξηθούν αναλόγως. Εάν οι τιμές μειωθούν, οι αντικειμενικές αξίες θα μειωθούν. Αυτός ο δυναμικός μηχανισμός έχει σχεδιαστεί ώστε να αντικατοπτρίζει τις συνθήκες της αγοράς σε πραγματικό χρόνο με μεγαλύτερη ακρίβεια από το τρέχον στατικό σύστημα.